Skip to main content

Τι είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) ;

19 Σεπτεμβρίου 2022



 

Τι είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα(ΣΜΝ);

Tα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία λοιμώξεων που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή και μπορεί να οφείλονται σε βακτηρίδια, μύκητες, πρωτόζωα, παράσιτα και ιούς. Τέτοιου είδους λοιμώξεις εντοπίζονται στα σωματικά υγρά όπως το σπέρμα, στο δέρμα των γεννητικών οργάνων και στις περιοχές γύρω τους, και κάποιες στο στόμα, στο λαιμό και το ορθό.

Ορισμένα από αυτά τα νοσήματα δεν προκαλούν συμπτώματα, ενώ άλλα μπορούν να προκαλέσουν δυσφορία και πόνο. Αν δεν αντιμετωπιστούν, κάποια μπορούν να προκαλέσουν πυελική φλεγμονώδη νόσο, υπογονιμότητα, χρόνιο πυελικό άλγος και καρκίνο του τραχήλου.

HPV-ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων

Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων ή κονδυλωμάτων (Human Papillomavirus/HPV) μεταδίδεται κυρίως από τη σεξουαλική επαφή . Πρόκειται για υπερπλασίες του δέρματος που προκαλούνται από τους ιούς HPV, πιο συχνά από τους HPV6 και HPV11. Στη μετάδοση μέσω της σεξουαλικής επαφής ο χρόνος εκδήλωσης του ιού κυμαίνεται από 3 εβδομάδες έως 8 μήνες και συχνά η μόλυνση από HPV αποκαλύπτεται τυχαία στο τεστ Παπανικολάου. Υπάρχουν ακρετοί τύποι HPV ιών και κάποιοι από αυτούς προκαλούν βλάβες , ιδίως στον τράχηλο της μήτρας και στο αιδοίο. Για τη θεραπεία τους χρησιμοποιούνται κρέμες, τοπικά χημικά διαλύματα, κρυοπηξία, laser,ακόμη και χειρουργική αφαίρεση.

Χλαμύδια

Η λοίμωξη αυτή προκαλείται από το βακτηρίδιο Chlamydia trachomatis το οποίο πολλαπλασιάζεται μέσα στα κύτταρα του οργανισμού που προσβάλλει. Τα χλαμύδια αποτελούν το πιο συχνό αφροδίσιο νόσημα της κατηγορίας των βακτηρίων. Η μετάδοση του προκύπτει από κολπική, πρωκτική ή στοματική σεξουαλική επαφή. Τα χλαμύδια χαρακτηρίζονται και ως <<σιωπηρή νόσος>>, διότι τα άτομα που έχουν μολυνθεί δεν εμφανίζουν συμπτώματα. Άλλες φορές (μετά από μόλυνση του τραχήλου ή της ουρήθρας) μπορεί να προκληθούν ασυνήθιστες εκκρίσεις από τον κόλπο ή το πέος και καύσος κατά την ούρηση). Η θεραπεία γίνεται με αντιβιοτικά.

Γονόρροια

Ονομάζεται και βλενόρροια και οφείλεται στο γονόκοκκο. Τα πιθανά συμπτώματα είναι μη φυσιολογικές εκκρίσεις από τον κόλπο ή το πέος. Σε περιπτώσεις που προσβληθεί και η ουρήθρα η γυναίκα εμφανίζει δυσουρία( κάψιμο στην ούρηση) και συχνουρία. Σε σπάνιες περιπτώσεις είναι επίσης δυνατόν να εμφανιστεί σαλπιγγίτιδα ,βαρθολινίτιδα ή ακόμα και φλεγμονή σε όργανα μακριά από το γεννητικό σύστημα. Στον άνδρα συνήθως εμφανίζεται ουρηθρίτιδα και προστατίτιδα. Μια σοβαρή κατάσταση που μπορεί να προκύψει όταν μία έγκυος με ενεργή γονόρροια γεννήσει , είναι η οφθαλμία στο νεογέννητο, καθώς ο γονόκοκκος μπορεί να προσβάλει τα μάτια του νεογνού οδηγώντας ακόμα και στην τύφλωση του κατά την νεογνική περίοδο. Η διάγνωση της γονόρροιας γίνεται με την εξέταση των κολπικών υγρών της γυναίκας ή με την ανίχνευση της Neisseria στην ουρήθρα ή στα ούρα του άνδρα. Η θεραπεία είναι απλή με διάφορα σχήματα αντιβιοτικών.

Μυκόπλασμα

Τα Μυκοπλάσματα αποτελούν τους μικρότερους οργανισμούς που έχουν μέχρι στιγμής ταυτοποιηθεί στη φύση. Το στέλεχος Mycoplasma hominis είναι ένα βακτήριο που ενδημεί στη γεννητική περιοχή κυρίως γυναικών αλλά και ανδρών. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να γίνει παθογόνο και να δημιουργήσει λοιμώξεις όπως ενδομητρίωση, σαλπιγγίτιδα, υπογονιμότητα και φλεγμονώδη πυελική νόσο. Έχει επίσης συσχετιστεί με τη γέννηση νεογνών με μικρό βάρος γέννησης, αυτόματες αποβολές, πρόωρη ρήξη των μεμβρανών, γέννηση νεκρών εμβρύων, επιλόχειες λοιμώξεις και πυρετό. Στους άνδρες προκαλεί ουρηθρίτιδα, επιδιδυμίτιδα και προστατίτιδα, παθήσεις οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και σε υπογονιμότητα.

Ουρεόπλασμα (Ureaplasma Urealyticum)

Αυτό είναι ένα βακτήριο που ανήκει στο είδος Mycoplasmataceae. Το Ureaplasma urealyticum αποτελεί μέρος των μικροοργανισμών που ζουν σε υγιή άτομα συμπεριλαμβανομένων ανδρών και γυναικών. Η συχνότητα απομόνωσης του μικροβίου αυτού σε σχέση με το  M. Hominis είναι 4 φορές μεγαλύτερη. Το U. Urealyticum είναι τόσο συχνό, ώστε το βρίσκουμε περίπου στο ένα τρίτο (30%) όλων των νεογέννητων κοριτσιών. Μετά την εφηβεία, η προσβολή από ουρεόπλασμα συμβαίνει κυρίως μέσω σεξουαλικών επαφών.

Τριχομονάδες

Άλλοι μικροοργανισμοί που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή είναι οι τριχομονάδες που προκαλούν συμπτώματα κολπίτιδας . Η τριχομοναδική κολπίτιδα οφείλεται στο πρωτόζωο τριχομονάδα του κόλπου (Trichomonas vaginalis). Το πρωτόζωο αυτό ζει μόνο μέσα στον κόλπο ,τη γυναικεία ουρήθρα και την ανδρική ουρήθρα. Στους άνδρες η προσβολή της ανδρικής ουρήθρας από τριχομονάδες μπορεί να είναι ασυμπτωματική, ενώ στις γυναίκες μπορεί να είναι ασυμπτωματική μέχρι και στο 50% των περιπτώσεων. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η φλεγμονή είναι συνήθως πολυεστιακή και αφορά το αιδοίο , τον κόλπο , τον τράχηλο της μήτρας και την ουρήθρα (εκδηλώνεται με δυσουρία). Επίσης μπορεί να εμφανίζεται κολπική υπερέκκριση άφθονου δύσοσμου υγρού ,που είναι υδαρές και αφρώδες και έχει πράσινο-γκρίζο χρώμα. Η διάγνωση γίνεται με την εξέταση των κολπικών υγρών και η θεραπεία περιλαμβάνει την χορήγηση του κατάλληλου αντιβιοτικού για τουλάχιστον επτά ημέρες.

AIDS

Πρόκειται για σύνδρομο που προκαλείται από τον ιό HIV. Ο ιός επιτίθεται στο ανοσοποιητικό μας σύστημα και το καταστέλλει με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία και την επιβίωσή μας.  Επίσης στις HIV οροθετικές γυναίκες υπάρχει αυξημένη συχνότητα ανώμαλων κυτταρολογικών ευρημάτων στο τεστ Παπανικολάου όπως και αυξημένη συχνότητα παρουσίας κονδυλωμάτων.  Δεν υπάρχει αιτιολογική θεραπεία και για το λόγο αυτό θεωρείται το σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα με τη χειρότερη πρόγνωση.

ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ Β

Ο ιός της ηπατίτιδας Β (HBV), έχει μια περίοδο επώασης από 6 έως 23 εβδομάδες (μέσος όρος 17 εβδομάδες). Μεταδίδεται κυρίως με το αίμα και ορισμένες εκκρίσεις του σώματος. Η ηπατίτιδα Β μπορεί να μεταδοθεί και μέσω της χρήσης μολυσμένων βελονών. Αυτή η μορφή ηπατίτιδας είναι πιο σοβαρή από την ηπατίτιδα Α. Προκαλεί βλάβη των ηπατικών κυττάρων και μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Η θεραπεία περιλαμβάνει τη χρήση ιντερφερόνης και αντιιικών φαρμάκων σε μια προσπάθεια να ελεγχθεί ο πολλαπλασιασμός του ιού. Ο εμβολιασμός για τον HBV παρέχει προστασία για 20 και πλέον χρόνια.

Ο ιός της ηπατίτιδας Β αποτελείται από ένα εξωτερικό περίβλημα που περιβάλλει έναν εσωτερικό «πυρήνα». Το εξωτερικό περίβλημα περιέχει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται αντιγόνο επιφανείας ηπατίτιδας Β (HBsAg) ή αυστραλιανό αντιγόνο. Ο εσωτερικός πυρήνας περιέχει το αντιγόνο πυρήνα της ηπατίτιδας Β (HBcAg). Ο εσωτερικός πυρήνας περιέχει επίσης μια ακόμη πρωτεΐνη που ονομάζεται αντιγόνο e (HBeAg). Ο ανθρώπινος οργανισμός αντιδρά στην παρουσία αυτών των αντιγόνων με την παραγωγή αντισωμάτων εναντίον τους. Έτσι, ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει εξετάσεις για την παρουσία των αντιγόνων καθώς και των αντισωμάτων (HBsAb, HBcAb και HBeAb). 

Αντιγόνο Επιφανείας Ηπατίτιδας Β (HBsAg)

Αυτή η εξέταση (ονομάζεται αλλιώς και αυστραλιανό αντιγόνο) προσδιορίζει το επιφανειακό αντιγόνο του ιού της ηπατίτιδας Β. Χρησιμοποιείται για τη διαλογή των αιμοδοτών και για τη διάγνωση της ηπατίτιδας Β. Η μέτρηση του HBsAg είναι ο ενωρίτερα εμφανιζόμενος δείκτης της ηπατίτιδας Β και συχνά αυξάνεται πριν από την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων. Αυτό το αντιγόνο συνήθως εμφανίζεται 4 έως 12 εβδομάδες μετά τη μόλυνση και είναι ενδεικτικό της ενεργούς ηπατίτιδας B. Αν τα επίπεδα του HBsAg βρίσκονται συνεχώς σε θετικές τιμές, ο ασθενής θεωρείται ότι είναι χρόνιος φορέας της ηπατίτιδας Β. Το αρνητικό αποτέλεσμα της εξέτασης δείχνει ότι το άτομο δεν έχει εκτεθεί ποτέ στον ιό ή ότι έχει αναρρώσει από οξεία ηπατίτιδα και έχει απαλλαγεί από το ιό. Το θετικό αποτέλεσμα δείχνει ενεργό λοίμωξη, αλλά δεν δείχνει αν ο ιός μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους.

Αντίσωμα Επιφανείας Ηπατίτιδας Β (HBsAb, αντι-HBs)

Αυτή η εξέταση προσδιορίζει τα αντισώματα έναντι του αντιγόνου επιφανείας της ηπατίτιδας Β. Αυτό το αντίσωμα εμφανίζεται 2 έως 16 εβδομάδες αφότου το αντιγόνο επιφανείας της ηπατίτιδας Β έχει εξαφανιστεί. Η παρουσία αυτού του αντισώματος δείχνει ανοσία έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β, με εξαίρεση ορισμένους σπάνιους υπότυπους του ιού. Αυτή η εξέταση χρησιμοποιείται επίσης για να προσδιοριστεί εάν είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε πρόσωπα αυξημένου κινδύνου για την ηπατίτιδα Β. Το θετικό αποτέλεσμα της εξέτασης δείχνει ανοσία έναντι της ηπατίτιδας Β από εμβολιασμό ή ανάρρωση από τη λοίμωξη.

Αντίσωμα Πυρήνα Ηπατίτιδας Β – Ολικό και IgM (HBcAb, anti-HBc)

Αυτή η εξέταση προσδιορίζει τα αντισώματα έναντι του αντιγόνου πυρήνα της ηπατίτιδας Β. Τα αντισώματα αυτά εμφανίζονται στον ορό κατά την έναρξη των συμπτωμάτων της λοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας Β, αυξάνονται κατά τη διάρκεια της χρόνιας φάση της ασθένειας και παραμένουν σε όλη τη διάρκεια ζωής του ασθενούς. Τα αντισώματα HBcAb IgM εμφανίζονται στον ορό λίγο πριν την έναρξη των συμπτωμάτων και παραμένουν για μέχρι 6 μήνες μετά την οξεία φάση της ηπατίτιδας Β. Τα ολικά αντισώματα HBcAb αποτελούνται από το σύνολο των IgG και IgM αντισωμάτων έναντι του αντιγόνου πυρήνα της ηπατίτιδας Β, αλλά μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποιος τρόπος για να μετρώνται μόνα τους τα ειδικά IgG αντισώματα. Τα HBcAb είναι αυξημένα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της εξαφάνισης του αντιγόνου επιφανείας s (HBsAg) και της εμφάνισης των αντισωμάτων έναντι του αντιγόνου επιφανείας (HBsAb). Αυτή η χρονική περίοδος αποτελεί τη φάση «παράθυρο πυρήνα». Έτσι, η εξέταση αυτή αποτελεί την πιο αξιόπιστη δοκιμή για τον προσδιορισμό της παρουσίας της ηπατίτιδας Β, όταν τόσο τα αντισώματα έναντι του αντιγόνου επιφανείας όσο και το αντιγόνο επιφανείας απουσιάζουν.

Ηπατίτιδα B, Αντίσωμα Πυρήνα IgM (HBcAb IgM)

Η μέτρηση των IgM αντισωμάτων έναντι του αντιγόνου του πυρήνα του ιού της ηπατίτιδας Β (HBcAb IgM) χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της οξείας λοίμωξης από ηπατίτιδα Β, για τον προσδιορισμό της οξείας λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας Β στην περίοδο του ορολογικού παραθύρου πυρήνα, όταν δηλαδή το αντιγόνο επιφανείας της ηπατίτιδας Β (HBsAg) και τα αντίστοιχα αντισώματα (αντι-ΗΒs) είναι αρνητικά καθώς και για τη διαφοροποίηση μεταξύ οξείας και χρόνιας ή προηγούμενης μόλυνσης από ηπατίτιδα Β με παρουσία θετικών αντισωμάτων αντι-HBc.

Αντιγόνο e Ηπατίτιδας Β (HBeAg)

Αυτή η εξέταση προσδιορίζει το αντιγόνο e του ιού της ηπατίτιδας Β. Αυτό το αντιγόνο εμφανίζεται συνήθως μέσα σε 4 έως 12 εβδομάδες από τη μόλυνση και είναι παρόν μόνο για 3 έως 6 εβδομάδες. Σε αντίθεση με το επιφανειακό αντιγόνο s, το αντιγόνο e βρίσκεται στο αίμα μόνο όταν είναι παρόντες και οι ιοί. Τα επίπεδα του HBeAg συσχετίζονται με τον τίτλο του ιού (την ποσότητά του δηλαδή) και έτσι η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για να αξιολογηθεί ο βαθμός μολυσματικότητας. Η παρουσία του HBeAg δείχνει ότι η ιός μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους. Αν το αντιγόνο e παραμένει στο αίμα για περισσότερο από 3 μήνες, είναι πιθανή η χρόνια ηπατική νόσος. Η μέτρηση του HBeAg μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της αντιικής θεραπείας, δεδομένου ότι η επιτυχής θεραπεία πρέπει να οδηγήσει σε μηδενισμό του HBeAg στο αίμα και στην ταυτόχρονη παρουσία των αντι-HBe αντισωμάτων.

Αντιγόνο e Ηπατίτιδας Β (HBeAg)

Αυτή η εξέταση προσδιορίζει το αντιγόνο e του ιού της ηπατίτιδας Β. Αυτό το αντιγόνο εμφανίζεται συνήθως μέσα σε 4 έως 12 εβδομάδες από τη μόλυνση και είναι παρόν μόνο για 3 έως 6 εβδομάδες. Σε αντίθεση με το επιφανειακό αντιγόνο s, το αντιγόνο e βρίσκεται στο αίμα μόνο όταν είναι παρόντες και οι ιοί. Τα επίπεδα του HBeAg συσχετίζονται με τον τίτλο του ιού (την ποσότητά του δηλαδή) και έτσι η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για να αξιολογηθεί ο βαθμός μολυσματικότητας. Η παρουσία του HBeAg δείχνει ότι η ιός μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους. Αν το αντιγόνο e παραμένει στο αίμα για περισσότερο από 3 μήνες, είναι πιθανή η χρόνια ηπατική νόσος. Η μέτρηση του HBeAg μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της αντιικής θεραπείας, δεδομένου ότι η επιτυχής θεραπεία πρέπει να οδηγήσει σε μηδενισμό του HBeAg στο αίμα και στην ταυτόχρονη παρουσία των αντι-HBe αντισωμάτων.

Ηπατίτιδα Α

Ο ορολογικός έλεγχος για τον ιό της ηπατίτιδας Α χρησιμοποιείται για την ανίχνευση πρόσφατης ή προηγούμενης έκθεσης στον ιό ή την ύπαρξη ανοσίας στον ιό της ηπατίτιδας Α.

Ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) - παλαιότερα ονομαζόταν λοιμώδης ηπατίτιδα - έχει μια σύντομη περίοδο επώασης 2 έως 6 εβδομάδες και είναι ιδιαίτερα μεταδοτικός. Κατά τη διάρκεια της οξείας λοίμωξης, ο ιός της ηπατίτιδας Α αποβάλλεται με τα κόπρανα και μεταδίδεται μέσω της κοπρανο-στοματικής οδού με μόλυνση των τροφίμων και ποτών. Οι περισσότερες λοιμώξεις ηπατίτιδας Α δεν συνδέονται με αρκετά σοβαρά συμπτώματα ώστε να δικαιολογήσουν ιατρική αξιολόγηση και επέμβαση. Όταν υπάρχει υπόνοια ηπατίτιδας Α, χρησιμοποιείται συνήθως ο έλεγχος των ολικών αντισωμάτων (IgG και IgM) ή και μόνο των IgM έναντι του ιού της ηπατίτιδας Α.

Τα πρώτα αντισώματα που εμφανίζονται είναι τα IgM (Αντι-HAV IgM), περίπου 3 έως 4 εβδομάδες μετά την έκθεση στον ιό ή λίγο πριν συμβούν οι αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων. Αυτά τα IgM αντισώματα συνήθως επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα περίπου σε 8 εβδομάδες. Τα επόμενα αντισώματα έναντι του HAV που αυξάνονται είναι τα IgG, τα οποία εμφανίζονται περίπου 2 εβδομάδες μετά την αύξηση των IgM. Τα IgG αντισώματα μπορεί να παραμείνουν ανιχνεύσιμα για περισσότερο από 10 χρόνια μετά τη μόλυνση. Εάν είναι αυξημένα τα IgM αντισώματα με απουσία των IgG αντισωμάτων, είναι πιθανή η οξεία ηπατίτιδα. Εάν ωστόσο, είναι αυξημένα τα IgG με απουσία αυξημένων IgM αντισωμάτων, τότε είναι πιθανό ο ασθενής να βρίσκεται στην ανάρρωση ή να υπάρχει χρόνια λοίμωξη ηπατίτιδας Α.

Ηπατίτιδα C

Ηπατίτιδα C, Αντισώματα (Anti-HCV)

 

Ο προσδιορισμός των αντισωμάτων έναντι του ιού της ηπατίτιδας C χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της έκθεσης στον ιό και για τον έλεγχο της χρόνιας ηπατίτιδας C σε συμπτωματικούς και ασυμπτωματικούς ασθενείς. Ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV) είναι η αιτία των περισσότερων κρουσμάτων ηπατίτιδας μετά από μετάγγιση και αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. 

Οι εργαστηριακές εξετάσεις  για πιθανή μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας C αρχίζουν συνήθως με τον έλεγχο για την παρουσία των ειδικών αντι-HCV αντισωμάτων στον ορό. Τα αντί-HCV αντισώματα συνήθως δεν είναι ανιχνεύσιμα κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 μηνών μετά τη μόλυνση, αλλά ανιχνεύονται περίπου 6 μήνες μετά την έναρξη της λοίμωξης. Αυτά τα αντισώματα δεν εξουδετερώνουν τον ιό και δεν παρέχουν προστατευτική ανοσία έναντι της λοίμωξης. Η μείωση του τίτλου των ειδικών αντισωμάτων μπορεί να επέλθει μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Το θετικό αποτέλεσμα του ορολογικού ελέγχου θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από συμπληρωματικές ή επιβεβαιωτικές εξετάσεις, όπως ο μοριακός έλεγχος για το RNA του HCV ή ο επιβεβαιωτικός έλεγχος για τα HCV αντισώματα με Western blot. Ο μοριακός έλεγχος παρέχει μια πολύ ευαίσθητη και ειδική προσέγγιση για την άμεση ανίχνευση του ιού της ηπατίτιδας C.

Το INNO-LIA HCV (LIA) χρησιμοποιείται για την ανίχνευση αντισωμάτων της ηπατίτιδας C στον ανθρώπινο ορό ή στο πλάσμα.

Οροαντίδραση RPR

Ο ορολογικός έλεγχος RPR χρησιμοποιείται για τον αρχικό έλεγχο ασθενών για σύφιλη και για τον καθορισμό της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Η σύφιλη είναι μια συστηματική, λοιμώδης νόσος που προκαλείται από τη σπειροχαίτη Τρεπόνημα το ωχρό ή ωχρά Σπειροχαίτη(Treponema pallidum). Ο μικροοργανισμός μεταδίδεται κυρίως μέσω της άμεσης σεξουαλικής επαφής και επίσης μέσω του πλακούντα από τη μητέρα στο έμβρυο. Σε περίπτωση που η σύφιλη δεν αντιμετωπιστεί, τα μολυσμένα άτομα μπορεί να οδηγηθούν σε χρόνιες φλεγμονές των αρθρώσεων, καρδιαγγειακά προβλήματα όπως βαλβιδοπάθειες και προβλήματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα όπως ψυχικές ασθένειες και παράλυση.

Ο ορολογικός έλεγχος για τη σύφιλη περιλαμβάνει τις εξετάσεις

  • VDRL (Venereal Disease Research Laboratory),
  • RPR (Rapid Plasma Reagin),
  • TPHA (Treponema pallidum Haemagglutination Assay) και
  • FTA-ABS (Fluorescent Treponemal antibodies-absorbed test)
  • Έλεγχος των IgM αντισωμάτων με ανοσοενζυμικές τεχνικές (ΕΙΑ).

 Η εξέταση VDRL και η RPR είναι δοκιμασίες αρχικού ελέγχου (screening tests). Και οι δύο αυτές εξετάσεις έχουν υψηλά ποσοστά ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα περιλαμβάνουν τον εμβολιασμό σε παιδιά, αντιπυρηνικά αντισώματα, απώλεια αίματος (με πολλαπλές μεταγγίσεις), βρουκέλλωση, μαλακό έλκος, ανεμοβλογιά, κίρρωση, κοινό κρυολόγημα, σακχαρώδης διαβήτης, πυρετός, πρώτη εβδομάδα της ζωής, ηπατίτιδα (λοιμώδης), υπεργαμμασφαιριναιμία, λέπρα, λεπτοσπείρωση (νόσος του Weil), νόσος του Lyme, αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα, λέμφωμα, λοίμωξη (χρόνια), ελονοσία, ιλαρά, λοιμώδης μονοπυρήνωση, πνευμονία από μυκόπλασμα, μη-συφιλιδικές τρεπονηματικές ασθένειες (bejel, pinta, yaws), οζώδης περιαρτηρίτιδα, πνευμονιοκοκκική πνευμονία, εγκυμοσύνη, ρευματικός πυρετός, ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστρακιά, σκληρόδερμα, γήρας, υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, φυματίωση (πνευμονική προχωρημένη), τρυπανοσωμίαση, τυφοειδής πυρετός, δαμαλίτιδα.

Λόγω του υψηλού ποσοστού ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, οποιαδήποτε θετική VDRL ή RPR εξέταση πρέπει να ακολουθείται με επιβεβαιωτική δοκιμασία, όπως την TPHA και τα FTA-ABS. Οι εξετάσεις αυτές προσδιορίζουν τα ειδικά αντισώματα έναντι του Treponema pallidum. Η εξέταση FTA-ABS είναι η πιο ευαίσθητη δοκιμασία που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της σύφιλης. Η εξέταση αυτή θα παραμείνει θετική εφόρου ζωής, ακόμη και αν ο ασθενής πάρει την κατάλληλη θεραπεία.

ΠΑΚΕΤΑ ΓΙΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΣ ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

ΜΟΡΙΑΚΑ

  • Μοριακή Ανίχνευση Παθογόνων, 35€/Παθογόνο
    • Chlamydia Trachomatis
    • Mycoplasma
    • Ureoplasma
    • Gonorrhea
    • Trichomonas Hominis
  • Πακέτο 5 Παθογόνων, 80€
  • HPV (Κονδυλώματα Γεννητικών Οργάνων) Μοριακής Ανίχνευσης, 29 Υπότυποι 70€

ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ PANEL 20€

  • HIV, HBSAG,RPR(Σύφιλη),HCV

ΔΕΙΚΤΕΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ 70€

  • HAV Ολικό
  • HAV IgM
  • HCV
  • HCV INNO-LIA (Μέθοδος Ανίχνευσης Ηπατίτιδας C)
  • HbsAG
  • HbsAB
  • HbcAB
  • Anti-Core IgM
  • HbeAG
  • HbeAB
Σοφοκλέους 74.,
     185 39 Πειραιάς, Ελλάδα
+30 210 451 2543
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μείνετε ενημερωμένοι

Εγγραφείτε στο newsletter μας

SANUS © 2020 - 2023
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.